Ατσαγιόλι

Ατσαγιόλι
(Acciqiuoli). Διάσημη φλωρεντινή οικογένεια εμπόρων και τραπεζιτών. Άκμασε κυρίως τον 14o-15o αι., και έπαιξε σημαντικό ρόλο στα πράγματα της Ελλάδας κατά την περίοδο της φραγκοκρατίας (τελευταίοι ηγεμόνες του δουκάτου των Αθηνών). 1. Νικόλαος. Κύριος σειράς φέουδων σε διάφορες περιοχές της Πελοποννήσου (Μεσσηνία, Ηλεία, Αχαΐα και Κορινθία). Διακρίθηκε για την καλλιέργεια και το ουμανιστικό πνεύμα του. Υπήρξε ο ιππότης της γαλλικής παραλλαγής του Χρονικού του Μορέως. 2. Νέριο Α’. Βαρόνος της Βοστίτσας και αυθέντης της Κορίνθου. Πρώτος δούκας των Αθηνών (1385-94), αφού έθεσε τέρμα στην καταλανική κυριαρχία. Πήρε γυναίκα την Ελληνίδα Μαρία Ρέντη. 3. Αντόνιο Β’. Γιος του Νέριο, δούκας των Αθηνών (1405 -35). Ανακατέλαβε την Αθήνα από τους Βενετούς, που για ένα διάστημα είχαν κυριαρχήσει στο δουκάτο. Δημιούργησε λαμπρή αυλή, στην οποία σύχναζαν μέλη διάσημων ιταλικών οικογενειών (Πίτι, Μακιαβέλι, Μέδικοι). Νυμφεύτηκε διαδοχικά δύο Ελληνίδες αριστοκρατικής καταγωγής, πέθανε όμως άκληρος. Τον διαδέχτηκε ο ανιψιός του Νέριο, τον οποίο είχε υιοθετήσει. 4. Νέριο Β’. Δούκας των Αθηνών (1435-39 και 1441-51). Αποδείχτηκε κακός κυβερνήτης, πολύ κατώτερος των προκατόχων του. Για ένα διάστημα (1439-41) το δουκάτο κυβέρνησε, αφού έδιωξε τον Νέριο, ο αδελφός του Αντόνιο B’. 5. Φραγκίσκος Α’. Γιος του Νέριο, δούκας των Αθηνών (1451- 55). Την εξουσία του ανήλικου Φραγκίσκου σφετερίστηκε η μητέρα του Κιάρα Τζώρτζη, διώχτηκε όμως με απαίτηση του σουλτάνου Μωάμεθ Β’. 6. Φράγκο Β’. Γιος του Αντόνιο, τελευταίος δούκας των Αθηνών (1455-58). Με το πρόσχημα της δολοφονίας της Κιάρας από το Φράγκο Β’, εισέβαλε στην Αττική (1456) ο στρατηγός του Μωάμεθ Β’, Ομάρ πασάς. Ο Φράγκο, οχυρωμένος στην Ακρόπολη, αντιστάθηκε για δύο χρόνια, τελικά όμως παρέδωσε το φρούριο, αφού οι Τούρκοι τού υποσχέθηκαν τη Βοιωτία με τη Θήβα ως τιμάριο. Θανατώθηκε με εντολή του σουλτάνου το 1460. Ο Φλωρεντινός ιππότης και φεουδάρχης Νικόλαος Ατσαγιόλι (Πινακοθήκη των Ουφίτσι, Φλωρεντία).

Dictionary of Greek. 2013.

Нужно решить контрольную?

Look at other dictionaries:

  • Κιάρα Ατσαγιόλι — (15oς αι.). Δούκισσα της Αθήνας. Ήταν σύζυγος του Νέριο Ατσαγιόλι, μετά τον θάνατο του οποίου (1451) αναγνωρίστηκε ως κυρία του δουκάτου της Αθήνας, με την έγκριση του σουλτάνου Μωάμεθ B’. Στην Αθήνα, η Κ. γνώρισε τον Ενετό ευπατρίδη Μπαρτολομέο… …   Dictionary of Greek

  • Αθήνα — Πρωτεύουσα της Ελλάδας, από τις 18 Σεπτεμβρίου 1834, και του νομού Αττικής, το μεγαλύτερο πνευματικό, βιομηχανικό και οικονομικόεπιχειρησιακό κέντρο της χώρας. Βρίσκεται σε Β πλάτος 37° 58’ 20,1’’ και μήκος 23° 42’ 58,815’’ Α του Γκρίνουιτς. Στην …   Dictionary of Greek

  • μακάριος — I Όνομα αγίων της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας. 1. Πολιτικός, που μαρτύρησε με σπαθί στην Αλεξάνδρεια επί Δεκίου μαζί με τον Ανδρέα (3ος αι. μ.Χ.). Η μνήμη του τιμάται στις 6 Σεπτεμβρίου. 2. Μαρτύρησε με αποκεφαλισμό στην Αφρική επί Δεκίου (3ος αι.… …   Dictionary of Greek

  • Αγγιανή, Μαρία — Εξελληνισμένο όνομα της Μαρίας ντ’ Ανγκιέν (Maria d’ Enghien),κόρης και μοναδικής κληρονόμου του αυθέντη του Ναυπλίου και Άργους, Γουίδωνα Αγγιανού. Η Μαρία παντρεύτηκε τον Βενετό ευγενή Πέτρο Κορνάρο. Μετά τον θάνατο του συζύγου της το 1388,… …   Dictionary of Greek

  • Πελοπόννησος — I Ιστορική και γεωγραφική περιοχή της Ελλάδας, η νοτιότερη και μεγαλύτερη χερσόνησος της χώρας και η νοτιότερη της Ευρώπης. Εκτείνεται μεταξύ των παραλλήλων 38° 20’ (ακρωτήριο Δρέπανο) και 36° 23’ (ακρωτήριο Ταίναρο) και των μεσημβρινών 210° 10’… …   Dictionary of Greek

  • ακρόπολη — Οχυρή θέση, συνήθως ύψωμα (λόφος), που στην Ελλάδα και την ηπειρωτική και τα νησιά αλλά και στη δυτική Μικρά Ασία, στην Κάτω Ιταλία και στη Σικελία, από τους πανάρχαιους χρόνους, το χρησιμοποιούσαν οι άνθρωποι των γύρω συνοικισμών ως καταφύγιο σε …   Dictionary of Greek

  • Αχαΐα — Ιστορική και γεωγραφική περιοχή της βορειοδυτικής Πελοποννήσου και διοικητική διαίρεση (νομός) με πρωτεύουσα την Πάτρα, έκταση 3.209 τ. χλμ. (791 πεδινά, 462 ημιορεινά και 1.956 ορεινά) και πληθυσμό 322.789 κάτ.. Ο νομός συνορεύει στα Α με τον… …   Dictionary of Greek

  • Ζαγανός πασάς — (15ος αι.). Οθωμανός στρατηγός, ελληνικής καταγωγής. Ασπάστηκε τον μωαμεθανισμό και υπηρέτησε ως αξιωματικός στον στρατό του Μουράτ B’ και του Μωάμεθ Β’, στον οποίο ασκούσε σημαντική επιρροή. Τον παρότρυνε να στραφεί εναντίον της… …   Dictionary of Greek

  • Θήβα — Πόλη (υψόμ. 180 μ., 21.211 κάτ.) του νομού Βοιωτίας, έδρα του δήμου Θηβαίων και, παλαιότερα (έως το 1997), της ομώνυμης επαρχίας. Βρίσκεται στο ανατολικό τμήμα του νομού, σε ίση απόσταση από τον Ευβοϊκό και τον Κορινθιακό κόλπο, στο κέντρο μιας… …   Dictionary of Greek

  • Καταλονία — (ισπαν. Catalun∼a, καταλ. Catalunya). Ημιαυτόνομη περιοχή (32.114 τ. χλμ., 6.361.365 το 2001) της βορειοανατολικής Ισπανίας με πρωτεύουσα τη Βαρκελώνη. Ορίζεται Α από τη Μεσόγειο και Β από τα Πυρηναία και συνορεύει Ν με τη Βαλένθια και Δ με την… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”